γούνα

Δέρμα μαστοφόρου που το τρίχωμά του γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως ένδυμα καθώς και για φοδράρισμα ή στόλισμα ενδυμάτων. Η γ. είναι συνήθως πιο σκούρα στην πλάτη παρά στα πλευρά ή στην κοιλιά του ζώου. Συνήθως στις ψυχρές περιοχές τα ζώα έχουν άσπρη γ., ενώ στις χώρες με ζεστό ή εύκρατο κλίμα η γ. των ζώων μπορεί να έχει διάφορα χρώματα, να είναι μονόχρωμη ή με ραβδώσεις. Σε μερικά είδη (π.χ. ερμίνα, πολική αλεπού, κουνάβι των Άλπεων) που ζουν σε περιοχές σκεπασμένες με χιόνι τον χειμώνα, η γ. γίνεται άσπρη στις αρχές του φθινοπώρου και ξαναπαίρνει το κανονικό χρώμα της την άνοιξη. Η γ. μπορεί να έχει διαφορετικό χρώμα στα δύο γένη και να αλλάζει μερικά χαρακτηριστικά της με το πέρασμα του ζώου από τη νεανική στην ώριμη ηλικία: παράδειγμα τέτοιας αλλαγής δίνει το πρόβατο καρακούλ του οποίου η γ. –μαύρη, με ανταύγειες και γυαλιστερή, που λέγεται στο εμπόριο breitschwanz αστραχάν– θεωρείται πολυτιμότατη όταν το ζώο είναι νεογέννητο ή οπωσδήποτε πολύ νέο. Επειδή είναι δύσκολο να βρεθούν ζώα για γ. σε αριθμό ανάλογο με τις απαιτήσεις της αγοράς, τις τελευταίες δεκαετίες διαδόθηκε η εκτροφή διάφορων ειδών που εκτιμώνται κυρίως σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής: η εκτροφή αυτή, που στην Κίνα γινόταν από την αρχαιότητα, έχει σήμερα οργανωθεί συστηματικά σε πολλές χώρες. Τα ζώα για γ. γενικά παγιδεύονται και σκοτώνονται χωρίς χρήση πυροβόλων όπλων, που θα κατέστρεφαν την ίδια τη γ. Έπειτα το ζώο γδέρνεται. Το γδάρσιμο γίνεται με τρεις τρόπους: ανοιχτό, τραβηχτό και σε σάκο. Το πρώτο, που χρησιμοποιείται σε μεγάλα ζώα (τίγρεις, αρκούδες κλπ.) γίνεται με το χάραγμα μιας τομής στην κοιλιά του ζώου και άλλων στα πόδια. Το δεύτερο, το πιο συνηθισμένο, που χρησιμοποιείται για όλα τα μικρά ζώα (αλεπούδες, ερμίνες, νυφίτσες κλπ.) γίνεται με χαράγματα στα τέσσερα πόδια και στην ουρά και τράβηγμα του δέρματος προς το κεφάλι. Το τρίτο που γινόταν με τράβηγμα του δέρματος από το κεφάλι, δεν χρησιμοποιείται πλέον. Τα δέρματα, αφού ξεραθούν ή αλατιστούν, υποβάλλονται σε συστηματική επεξεργασία. Η επεξεργασία ακολουθεί διάφορες φάσεις: το ξαναφρεσκάρισμα (βούτηγμα του δέρματος σε νερό για να ξαναπάρει την αρχική του ευκαμψία), το καθάρισμα που γίνεται με την πλήρη αφαίρεση των υπολειμμάτων κρέατος που απομένουν στο δέρμα (η εργασία αυτή μπορεί να γίνει με το χέρι ή με ειδικά μηχανήματα), το άργασμα, που έχει σκοπό να ποτίσει το δέρμα με φυτικές ή ορυκτές ουσίες που το κάνουν άσηπτο, το λάδωμα, που κάνει το δέρμα μαλακό, το σκούπισμα και έπειτα το ξελάδωμα για την αφαίρεση του υπερβολικού λαδιού. Έπειτα από αυτήν την κατεργασία μερικά δέρματα (βιζόν, αλεπού κ.ά.) είναι έτοιμα για χρησιμοποίηση. Άλλα, αντίθετα, χρειάζονται περισσότερη επεξεργασία η οποία γίνεται με το βάψιμο (του οποίου προηγείται στάρωμα), την αφαίρεση των άγριων τριχών και το ξύρισμα. Το τελευταίο γίνεται με ειδικό μηχάνημα που κόβει τις τρίχες στο ίδιο ύψος. Οι τρίχες αφαιρούνται καθώς κόβονται με αναρροφητική σκούπα. Ιστορία.Ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε από την προϊστορική εποχή, δέρματα για να προφυλαχτεί από το κρύο. Στην αρχαϊκή εποχή, στην Αίγυπτο ήταν διαδεδομένη η χρήση δερμάτων λεοπάρδαλης που τα έριχναν στον ώμο και τα οποία αργότερα έγιναν διακριτικό ορισμένων ιερατικών τάξεων. Στη Μεσοποταμία οι πρώτες μορφές ένδυσης ήταν με δέρματα κατσίκας ή προβάτου, ενώ οι Σουμέριοι με δέρματα έφτιαχναν διάφορα καλύμματα του κεφαλιού. Από το πρώτο μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. τα δέρματα δεν αποτελούσαν πια και για πολύ καιρό στοιχείο του κανονικού ντυσίματος, αλλά προορίζονταν για τους άρχοντες και αφιερώνονταν στους θεούς. Αργότερα ξαναπαρουσιάστηκαν στην ενδυμασία μερικών αρχαίων λαών. Μετά τη συντριβή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ίσως με την επίδραση των βαρβαρικών φύλων που κατέβηκαν από τα βόρεια, οι άνθρωποι που εργάζονταν στην ύπαιθρο χρησιμοποιούσαν δέρματα για να προφυλάσσονται από το κρύο. Την εποχή του Καρλομάγνου, ο οποίος στις επίσημες τελετές φορούσε μεγαλοπρεπείς μανδύες φοδραρισμένους ή γαρνιρισμένους με ερμίνα ή αλεπού, η γ. έγινε μέρος της βασιλικής στολής και πήρε τη θέση της μεταξύ των κοσμημάτων πολυτελείας. Η χρήση της διαδόθηκε παντού και ενώ τα πιο ακριβά γουναρικά έμεναν προνόμιο της αυλής και των ευγενών, ο λαός χρησιμοποιούσε δέρματα γάτων, σκύλων ή το πολύ προβάτων. Τον 13o αι. στην Ιταλία, και ιδιαίτερα στη Βενετία, οι ευγενείς και οι δικαστές φορούσαν τόγκα φοδραρισμένη με γ. Με την αύξηση της ζήτησης γουναρικών, το εμπόριό τους εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη και σημειώθηκαν μεγάλες πρόοδοι στην κατεργασία και στο βάψιμο. Τον 15o αι. επικρατούσε η γ. με μακριά τρίχα για το γαρνίρισμα ενδυμάτων, ενώ τον 16o αι. χρησιμοποιούσαν τη γ. σχεδόν αποκλειστικά για το γαρνίρισμα αντρικών ενδυμάτων. Τον επόμενο αιώνα παρουσιάστηκε το μανσόν, που έπαιρνε διαρκώς μεγαλύτερες διαστάσεις ώσπου έφτασε στις υπερβολές του 18ου αι. και έγινε απαραίτητο στοιχείο της κομψότητας. Toν 19o αι. παρουσιάστηκαν οι πρώτες γυναικείες κοντές κάπες από σκονξ και μαλακές γ. για φοδράρισμα αντρικών παλτών. Αφού παράκμασε κατά τα τέλη του 19ου αι., η μόδα της γ. ξαναγύρισε στις αρχές του περασμένου αιώνα ως σύμβολο της γυναικείας κομψότητας. Κατά το 1920 ήταν ιδιαίτερα της μόδας οι αλεπούδες (ρενάρ αρζαντέ και ρενάρ μπλε) και το βιζόν. Αργότερα, μεγάλη ζήτηση είχαν το αστραχάν σε διάφορους χρωματισμούς, η τσιντσιλά, η ερμίνα, η λεοπάρδαλη, το λουτρ και το καστόρι. Από τα τέλη του 20ού αι. έχουν αναπτύξει δράστηριότητα σε όλο τον κόσμο ομάδες ακτιβιστών για την προστασία ζώων που απειλούνται με εξαφάνιση ή γίνονται θύματα σκληρών βασανιστηρίων με σκοπό το κέρδος. Η οργάνωση WWF (World Wide Fund for Nature) ιδιαίτερα, έχει επιτύχει τη σύναψη διεθνών συνθηκών για τον έλεγχο και την παρακολούθηση των εισαγωγών και εξαγωγών γ. Συγκεκριμένα δεν επιτρέπεται η διακίνηση γ. ακόμη και μεταξύ των πολιτειών των ΗΠΑ εάν προηγουμένως δεν αποδειχθεί ότι προέρχονται από είδη που δεν βρίσκονται υπό προστασία ή υπό κίνδυνο εξαφάνισης. Στην Ελλάδα από τη βυζαντινή εποχή και την εποχή της τουρκοκρατίας η επεξεργασία γουναρικών ήταν ανεπτυγμένη στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στην Καστοριά. Το 1971 από τους 16.000 κατ. της Καστοριάς με την επεξεργασία της γ. ασχολούνταν 4.200 άτομα έναντι των 530 σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Ακόμα και σήμερα παροικίες Καστοριανών, κατέχουν σημαντική θέση στην επεξεργασία και στο εμπόριο γουναρικών στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη κ.α. Από τις γούνες με τη μεγαλύτερη ζήτηση είναι και η τσιντσιλά (Νότια Αμερική). Ένας από τους πλέον περιζήτητους τύπους γούνας, το φυσικό καστόρι (Καναδάς - Σιβηρία). Τύπος γούνας με μεγάλη ζήτηση είναι το αστραχάν Μπουχάρας (Ασία). Ένας από τους διάφορους τύπους γούνας, το βιζόν τουρκαλίν (Καναδάς). Γούνα κόκκινης αλεπούς (Ευρασία). Γκρι περσικό (Ιράν), τύπος γούνας με μεγάλη ζήτηση. Τύπος γούνας πτι-γκρι (Σιβηρία). Γούνα μεξικανικού λεόπαρδου (Νότια Αμερική). Γκρι γούνα μπράιτσβαντς (Ιράν). Μία από τις φάσεις της επεξεργασίας της γούνας βιζόν είναι το κόψιμο των διαφόρων κομματιών από ειδικούς τεχνίτες. Το ράψιμο των διαφόρων κομματιών μιας γούνας βιζόν. Μέλη οργανώσεων για την προστασία των ζώων διαδηλώνουν γυμνοί με ένα πανό που γράφει «Καλύτερα γυμνοί παρά να φοράμε γούνες» (Αμβούργο, 1995).
* * *
η (Μ γούνα)
1. δέρμα ζώου κατεργασμένο χωρίς ν' αφαιρεθεί το τρίχωμα
2. πανωφόρι από γούνα ή με γούνινη επένδυση
νεοελλ.
φρ.
1. «είναι τής γούνας μου μανίκι» — δεν έχει καμμία συγγένεια μαζί μου
2. «έχω ράμματα για τη γούνα σου» — έχω τη δύναμη και τον σκοπό να σέ τιμωρήσω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. < (μσν. λατ.) gunna (λ. κελτικής προελεύσεως) ή, κατ' άλλους, < (σλαβ.) guna].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γούνα — η (λ. λατ.) 1. δέρμα ζώου μαζί με το τρίχωμα: Με τη γούνα της αλεπούς κατασκευάζονται παλτά. 2. πανωφόρι από γούνα, γουναρικό. 3. φρ., «Έχω ράμματα για τη γούνα σου», γνωρίζω πράγματα που μπορεί να σε εκθέσουν· «Κάηκε η γούνα του», ζημιώθηκε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γούνα — [гуна] ουσ. Θ. мех, шуба …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γοῦνα — γόνυ knee neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γοῦν' — γοῦνα , γόνυ knee neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλεπού — Ονομασία που αποδίδεται σε διάφορα σαρκοφάγα του γένους αλώπηξ της οικογένειας των κυνιδών. Τα βασικά διακριτικά γνωρίσματα του γένους αυτού είναι: οξύ ρύγχος, η κατατομή του οποίου αποτελεί προέκταση της αντίστοιχης του μετώπου, όρθια αφτιά με… …   Dictionary of Greek

  • ενδυμασία — Το σύνολο των αντικειμένων –οποιουδήποτε υλικού ή τρόπου κατασκευής– που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να ντύνεται και να στολίζεται. Για πολύ καιρό, ιδιαίτερα σε περιοχές τις οποίες ευνοούσε το θερμό κλίμα, οι άνθρωποι δεν ένιωθαν την ανάγκη να… …   Dictionary of Greek

  • αλεπόγουνα — η και αλεπογούνι, το γούνα από δέρμα αλεπούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλεπού + γούνα] …   Dictionary of Greek

  • γουνάτος — η, ο 1. κατασκευασμένος από γούνα 2. αυτός που φοράει γούνα 3. πλούσιος …   Dictionary of Greek

  • γουναράς — και γούναρης και γουνάρης, ο 1. τεχνίτης ή βιομήχανος γουναρικών 2. έμπορος γουναρικών. [ΕΤΥΜΟΛ. γουναράς < γουνάρης, αναλογικά προς ονόματα δηλωτικά επαγγελμάτων σε άς* (πρβλ. γαλατάς, ψωμάς) ή κατ ευθείαν < γούνα + κατάλ. αράς* (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • γουναρικό — το 1. η γούνα 2. γυναικείο ένδυμα κατασκευασμένο από γούνα 3. σύνολο γουναρικών μιας οικογένειας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.